Η έννοια της πρώιμης επιθετικότητας αποτελεί έναν από τους πλέον θεμελιώδεις άξονες στην ψυχαναλυτική θεωρία και κλινική πράξη. Από τα πρώτα στάδια της ζωής, το βρέφος δε σχετίζεται με τον κόσμο αποκλειστικά μέσα από τη στοργή και την αναζήτηση ευχαρίστησης, αλλά και μέσα από πρωτογενείς μορφές επιθετικότητας απέναντι στα αντικείμενα αγάπης. Η ψυχαναλυτική σκέψη έχει αναδείξει ότι η επιθετικότητα δεν είναι μόνο απειλητικό στοιχείο, αλλά και αναπτυξιακά απαραίτητη εμπειρία που συμβάλλει στη συγκρότηση της προσωπικότητας (Freud, 1905/2000; Klein, 1946/1996).
Η μελέτη της πρώιμης επιθετικότητας αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς προσφέρει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τη δυναμική σχέση αγάπης – μίσους, τη συγκρότηση του Εγώ και την ανάπτυξη της ικανότητας για σχέσεις με τα αντικείμενα. Ο Freud προσέγγισε το ζήτημα μέσα από το πλαίσιο των ψυχοσεξουαλικών σταδίων, όπου το στόμα αναδεικνύεται ως βασικό όργανο ικανοποίησης αλλά και επιθετικότητας στο στοματικό στάδιο (Freud, 1905/2000). Αργότερα, με την εισαγωγή της θεωρίας των ενορμήσεων ζωής και θανάτου (Freud, 1920/2001), η επιθετικότητα κατέλαβε ακόμη πιο κεντρική θέση ως αυτόνομη ψυχική δύναμη που επιδρά σε όλη την ανάπτυξη.
Η Klein, αντίθετα, μετέφερε το επίκεντρο της ανάλυσης από τις ενορμήσεις στην εσωτερική φαντασιακή ζωή του βρέφους και στις πρώιμες αντικειμενοτρόπες σχέσεις. Στα έργα της, η επιθετικότητα συνδέεται με τις φαντασιώσεις καταστροφής του αντικειμένου στην παρανοειδο – σχιζοειδή θέση και με τη συνακόλουθη ανάγκη επανόρθωσης στην καταθλιπτική θέση (Klein, 1935/1986; Klein, 1946/1996). Η συμβολή της ήταν καθοριστική, καθώς ανέδειξε πως η επιθετικότητα δεν είναι απλώς ενστικτώδης εκφόρτιση, αλλά μέρος ενός βαθύτερου ψυχικού δράματος που διαμορφώνει τη δυνατότητα του ατόμου να αγαπήσει και να σχετιστεί.
Η σύγκριση των δύο θεωρητικών αναδεικνύει ουσιώδεις διαφοροποιήσεις. Συγκεκριμένα, ο Freud θεμελίωσε την έννοια σε βιολογικές και ενστικτώδεις βάσεις, ενώ η Klein ανέπτυξε ένα πιο περίπλοκο και εσωτερικευμένο πλαίσιο κατανόησης. Αυτές οι διαφορετικές οπτικές δεν αναιρούν η μία την άλλη, αντίθετα, θέτουν το έδαφος για μια πλούσια κριτική συζήτηση που αποκαλύπτει τόσο τα όρια όσο και τις δυνατότητες κάθε θεωρίας. Η ανάλυση της έννοιας μέσα από τις δύο οπτικές δεν έχει μόνο θεωρητικό ενδιαφέρον, αποκτά και πρακτική αξία, καθώς βοηθά στην ερμηνεία συμπεριφορών των παιδιών και των ενηλίκων αλλά και στην κατανόηση της ψυχοδυναμικής τους σημασίας.
Η παρούσα ανάλυση θα εστιάσει στη θεωρητική ανάπτυξη της έννοιας της πρώιμης επιθετικότητας από τον Freud και την Klein, θα αναδείξει τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις τους και θα επιχειρήσει μια κριτική αποτίμηση της συνεισφοράς τους. Στόχος δεν είναι μόνο η περιγραφή, αλλά η ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο οι διαφορετικές θεωρητικές παραδόσεις προσφέρουν εναλλακτικές, και ενίοτε συμπληρωματικές, οπτικές για το ίδιο φαινόμενο.
Η πρώιμη επιθετικότητα κατά Freud
Η συμβολή του Freud στην κατανόηση της πρώιμης επιθετικότητας είναι θεμελιώδης, καθώς εισήγαγε ένα πλαίσιο ερμηνείας της ανθρώπινης ψυχικής ανάπτυξης που συνδυάζει τη σεξουαλικότητα, τις ενορμήσεις και την αμφιθυμία. Στο έργο του Three Essays on the Theory of Sexuality (Freud, 1905/2000), ο Freud όρισε το στοματικό στάδιο ως την πρώτη ψυχοσεξουαλική φάση, όπου το στόμα λειτουργεί ως κύριο όργανο ικανοποίησης. Η πράξη του θηλασμού αποτελεί την κατεξοχήν εμπειρία ικανοποίησης της λίμπιντο, ωστόσο το στόμα δεν είναι απλώς ένα μέσο ηδονής. Το βρέφος μπορεί να εκδηλώνει και επιθετικές τάσεις, όπως το δάγκωμα, οι οποίες φανερώνουν την αμφιθυμία προς το αντικείμενο, επιθυμεί να το ενσωματώσει, αλλά ταυτόχρονα να το καταστρέψει.
Η έννοια της αμφιθυμίας υπήρξε κεντρική για τον Freud. Ο ίδιος παρατήρησε ότι η σχέση με το αντικείμενο (π.χ. με τη μητέρα) περιέχει πάντα δύο αντίρροπες τάσεις: αγάπη και μίσος, τρυφερότητα και εχθρότητα. Αυτή η αμφιθυμία δεν είναι παθολογική αλλά ουσιώδες συστατικό της ανάπτυξης, το οποίο οδηγεί στην εσωτερίκευση πιο σύνθετων συναισθηματικών εμπειριών (Freud, 1915/2001). Το δάγκωμα, επομένως, δεν είναι μόνο ένδειξη στοματικής ευχαρίστησης αλλά και ένα πρώιμο σωματικό «μήνυμα» που ενσωματώνει τη δυαδικότητα της σχέσης με το αντικείμενο.
Με τη θεωρία του Beyond the Pleasure Principle (Freud, 1920/2001), η έννοια της επιθετικότητας αποκτά ακόμη πιο κεντρική θέση. Εκεί, ο Freud εισάγει τη διάκριση μεταξύ ενστίκτων ζωής (Eros) και ενστίκτων θανάτου (Thanatos). Οι πρώτες ενορμήσεις στοχεύουν στη διατήρηση της ζωής, στη σύνδεση και στη δημιουργία, ενώ οι δεύτερες κατευθύνονται προς την αποδόμηση, την αποσύνθεση και την καταστροφή. Στο βρέφος, η ένταση μεταξύ των δύο αυτών τάσεων εκδηλώνεται σωματικά και συμπεριφορικά. Η πρώιμη επιθετικότητα δεν είναι λοιπόν μια τυχαία εκδήλωση, αλλά η ενσάρκωση της διαλεκτικής μεταξύ ζωής και θανάτου.
Στο έργο του Instincts and Their Vicissitudes (Freud, 1915/2001), ο Freud αναλύει περαιτέρω τις μεταμορφώσεις των ενορμήσεων. Η επιθετικότητα εμφανίζεται ως μια μορφή ενεργητικής στροφής της λίμπιντο, που άλλοτε στρέφεται προς το αντικείμενο και άλλοτε προς το Εγώ (αυτοεπιθετικότητα). Το βρέφος, στο στοματικό στάδιο, πειραματίζεται με αυτές τις κατευθύνσεις μέσω σωματικών πράξεων: θηλάζει, δαγκώνει, φτύνει, απορρίπτει. Οι κινήσεις αυτές δεν είναι απλές φυσιολογικές λειτουργίες, αλλά ενστικτώδεις εκδηλώσεις με ψυχικό νόημα.
Η κατανόηση της πρώιμης επιθετικότητας στον Freud χρειάζεται να ενταχθεί στο ευρύτερο σχήμα της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης. Το στοματικό στάδιο είναι το πρώτο βήμα μιας πορείας που περιλαμβάνει το πρωκτικό και το φαλλικό στάδιο, όπου οι ενορμήσεις διαφοροποιούνται και το Εγώ αποκτά περισσότερη συνοχή. Αν η επιθετικότητα στο στοματικό στάδιο δεν εκφραστεί ή δεν αφομοιωθεί σωστά, μπορεί να οδηγήσει σε παλινδρομήσεις και ψυχοπαθολογίες αργότερα, όπως στοματικές καθηλώσεις (π.χ. εθισμοί, ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές).
Ένα στοιχείο που αξίζει να τονιστεί είναι ότι για τον Freud η επιθετικότητα είναι αναπτυξιακά αναγκαία. Χωρίς αυτήν, το βρέφος δε θα μπορούσε να δοκιμάσει τα όρια του αντικειμένου ούτε να διαφοροποιήσει το «εγώ» από το «όχι-εγώ». Η επιθετικότητα, λοιπόν, παρότι ενέχει καταστροφικό δυναμικό, ταυτόχρονα υπηρετεί την ανάπτυξη του Εγώ. Η μητέρα, ως βασικό αντικείμενο, καλείται να αντέξει αυτές τις πρώιμες εκδηλώσεις χωρίς να αποσυρθεί, επιτρέποντας στο παιδί να βιώσει ότι οι σχέσεις αντέχουν την αμφιθυμία.
Από κλινική σκοπιά, η φροϋδική κατανόηση της πρώιμης επιθετικότητας δίνει έμφαση στη βιολογική βάση και στην ενορμητική δυναμική. Ο αναλυτής που εργάζεται με αυτό το πλαίσιο μπορεί να εντοπίσει στο υλικό του αναλυομένου στοιχεία παλινδρόμησης στο στοματικό στάδιο, όπως εκφράσεις έντονης αμφιθυμίας, αυτοκαταστροφικές πράξεις ή συμπεριφορές εξάρτησης. Το θεωρητικό σχήμα του Freud παρέχει ένα «σκελετό» για την κατανόηση αυτών των φαινομένων ως επανεμφάνιση πρώιμων ενορμητικών συγκρούσεων.
Ωστόσο, η φροϋδική προσέγγιση έχει και περιορισμούς. Η έμφαση στη βιολογική βάση των ενστίκτων μπορεί να θεωρηθεί υπεραπλουστευτική, καθώς δε λαμβάνει επαρκώς υπόψη την εσωτερική φαντασιακή ζωή του βρέφους ούτε τις λεπτές διαφοροποιήσεις των αντικειμενοτρόπων σχέσεων. Εδώ είναι που η συμβολή της Melanie Klein προσφέρει έναν πιο περίπλοκο και ψυχολογικά πλούσιο τρόπο κατανόησης.
Η πρώιμη επιθετικότητα κατά Melanie Klein
Η συμβολή της Melanie Klein στη θεωρητικοποίηση της πρώιμης επιθετικότητας υπήρξε καθοριστική, καθώς μετέφερε το επίκεντρο της ψυχαναλυτικής έρευνας από τα ενορμητικά στάδια του Freud στις πρώιμες αντικειμενοτρόπες σχέσεις και στις φαντασιώσεις του βρέφους. Για την Klein, η επιθετικότητα δεν περιορίζεται σε μια βιολογική διάσταση αλλά αποτελεί θεμελιώδες ψυχικό φαινόμενο που διαμορφώνει τον εσωτερικό κόσμο ήδη από τους πρώτους μήνες ζωής.
Στο έργο της A Contribution to the Psychogenesis of Manic-Depressive States (Klein, 1935/1986), η Klein περιγράφει πως το βρέφος βιώνει την ύπαρξη του «καλού» και του «κακού» αντικειμένου. Το στήθος, ως πρώτο αντικείμενο, άλλοτε βιώνεται ως πηγή ικανοποίησης και αγάπης, άλλοτε ως πηγή αποστέρησης και απογοήτευσης. Η εναλλαγή αυτών των εμπειριών οδηγεί το βρέφος να επενδύει φαντασιακά στο αντικείμενο τόσο αγάπη όσο και επιθετικότητα. Έτσι, η επιθετικότητα αποκτά εσωτερικό χαρακτήρα, καθώς το βρέφος φαντασιώνεται ότι επιτίθεται και καταστρέφει το κακό αντικείμενο.
Η Klein ανέπτυξε περαιτέρω αυτή την ανάλυση στο άρθρο της Notes on Some Schizoid Mechanisms (Klein, 1946/1996), όπου εισάγει τις έννοιες της παρανοειδο-σχιζοειδούς και της καταθλιπτικής θέσης. Στην παρανοειδο-σχιζοειδή θέση, κυρίαρχες είναι οι αμυντικές διεργασίες του διαχωρισμού και της προβολής: το βρέφος χωρίζει το αντικείμενο σε «καλό» και «κακό» και στρέφει πάνω στο κακό αντικείμενο τις επιθετικές του φαντασιώσεις. Η επιθετικότητα εδώ είναι απαραίτητη για να μπορέσει το βρέφος να διαχειριστεί την εμπειρία της αποστέρησης. Ωστόσο, αυτή η πρώιμη επιθετικότητα δεν είναι χωρίς κόστος: η φαντασιακή καταστροφή του αντικειμένου αφήνει το βρέφος με έντονο άγχος ότι μπορεί να χάσει το καλό αντικείμενο για πάντα.
Με την ανάπτυξη, το βρέφος μεταβαίνει στην καταθλιπτική θέση, όπου αναγνωρίζει ότι το καλό και το κακό αντικείμενο είναι στην πραγματικότητα το ίδιο. Η επιθετικότητα που προηγουμένως στρεφόταν εναντίον του «κακού» αντικειμένου τώρα βιώνεται ως απειλή προς το αγαπημένο πρόσωπο, οδηγώντας σε ενοχή και στην ανάγκη για επανόρθωση (Klein, 1946/1996). Εδώ η πρώιμη επιθετικότητα παύει να είναι απλώς μια εκτόνωση ορμής και γίνεται κεντρικό στοιχείο στη διαμόρφωση της ικανότητας για αγάπη. Μέσα από την αναγνώριση της καταστροφικότητας και την προσπάθεια επανόρθωσης, ο άνθρωπος αποκτά βαθύτερη κατανόηση των συναισθημάτων του και ικανότητα για πιο ώριμες σχέσεις.
Η Klein διαφοροποιήθηκε από τον Freud καθώς θεώρησε ότι αυτές οι διαδικασίες ξεκινούν πολύ νωρίς, ήδη από τον πρώτο χρόνο ζωής, και όχι μόνο σε μεταγενέστερα στάδια. Για εκείνη, το βρέφος έχει έναν πλούσιο εσωτερικό κόσμο γεμάτο φαντασιώσεις, άγχη και άμυνες. Η πρώιμη επιθετικότητα, λοιπόν, δεν είναι μόνο βιολογική ανάγκη αλλά ψυχικό γεγονός με βαθύ αντίκτυπο στη δομή της προσωπικότητας. Αυτή η θέση της Klein δέχθηκε κριτική, καθώς πολλοί θεώρησαν ότι αποδίδει στο βρέφος υπερβολικά περίπλοκες εσωτερικές διεργασίες (Spillius, 1988). Ωστόσο, η προσέγγισή της αποδείχθηκε ιδιαίτερα γόνιμη για την κατανόηση και την ανάλυση παιδιών.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το δάγκωμα της μητέρας από το βρέφος. Για την Klein, αυτή η πράξη δεν είναι απλώς μια ενστικτώδης εκφόρτιση, όπως θα την έβλεπε ο Freud, αλλά μια φαντασιακή επίθεση στο αντικείμενο. Το βρέφος βιώνει ότι καταστρέφει το καλό αντικείμενο που το τρέφει, και αυτή η φαντασία πυροδοτεί έντονο άγχος απώλειας. Η διαχείριση αυτού του άγχους μέσω της εσωτερίκευσης της ανθεκτικότητας της μητέρας οδηγεί στη δυνατότητα επανόρθωσης και στη συγκρότηση πιο ώριμων σχέσεων.
Από κλινική άποψη, η κλαϊνική θεωρία για την πρώιμη επιθετικότητα άνοιξε νέους δρόμους στη θεραπεία παιδιών. Μέσα από το παιχνίδι, το παιδί εκφράζει τις φαντασιώσεις του, συχνά επιθετικές, και ο αναλυτής έχει την ευκαιρία να τις ερμηνεύσει και να βοηθήσει το παιδί να τις επεξεργαστεί. Η έμφαση στις πρώιμες αντικειμενοτρόπες σχέσεις και στη φαντασιακή καταστροφή – επανόρθωση προσφέρει εργαλεία κατανόησης που υπερβαίνουν τη βιολογική θεώρηση του Freud.
Ωστόσο, η θεωρία της Klein έχει και περιορισμούς. Η εστίαση στην εσωτερική φαντασιακή ζωή κινδυνεύει να υποτιμήσει τη σημασία των πραγματικών εμπειριών και σχέσεων. Επιπλέον, η έμφαση στην πρώιμη ηλικία μπορεί να οδηγήσει σε παραγνώριση των επιδράσεων των μεταγενέστερων σταδίων ανάπτυξης (Segal, 1988). Παρά τις κριτικές, η κλαϊνική θεώρηση παραμένει ένα από τα πιο επιδραστικά πλαίσια για την κατανόηση της πρώιμης επιθετικότητας.
Συνοψίζοντας, η Klein προσέδωσε στην έννοια της πρώιμης επιθετικότητας μια νέα διάσταση: από βιολογικό ένστικτο έγινε στοιχείο ενός πολύπλοκου εσωτερικού κόσμου, με καθοριστική σημασία για την ανάπτυξη της αγάπης, της ενοχής και της ικανότητας για επανόρθωση. Αυτή η μετατόπιση διαφοροποιεί ριζικά την ψυχαναλυτική κατανόηση σε σχέση με τον Freud. Ενώ εκείνος αναγνώρισε την επιθετικότητα ως έκφανση της ενορμητικής ζωής και ως απαραίτητη για την ανάπτυξη του Εγώ, η Klein την ανέδειξε ως θεμέλιο για τη συγκρότηση των εσωτερικών αντικειμένων και των ψυχικών θέσεων.
Η συμβολή της Klein έγκειται στο ότι έδωσε ψυχικό βάθος στην πρώιμη επιθετικότητα, συνδέοντάς την με την αμφιθυμία, το άγχος, την ενοχή και την επανόρθωση. Έτσι, ενώ ο Freud προσέφερε ένα βιολογικό και ενορμητικό πλαίσιο κατανόησης, η Klein ανέπτυξε μια περισσότερο φαινομενολογική και κλινικά παρατηρήσιμη διάσταση της εμπειρίας. Η θεωρία της παραμένει αντικείμενο κριτικής και διαλόγου, αλλά έχει προσφέρει ανεκτίμητα εργαλεία τόσο στην παιδική ψυχανάλυση όσο και στη γενικότερη κατανόηση της ανθρώπινης ανάπτυξης.
Η σύγκριση της φροϋδικής και της κλαϊνικής θεώρησης της πρώιμης επιθετικότητας αναδεικνύει μια από τις πιο ουσιώδεις μετατοπίσεις στην ιστορία της ψυχαναλυτικής θεωρίας. Και οι δύο προσεγγίσεις αναγνωρίζουν ότι η επιθετικότητα αποτελεί θεμελιώδη διάσταση της ψυχικής ζωής ήδη από τα πρώτα στάδια ανάπτυξης. Ωστόσο, η διαφορά έγκειται τόσο στην αιτιολογία όσο και στη σημασία που αποδίδουν στην επιθετικότητα, με άμεσες συνέπειες για την κατανόηση της ανάπτυξης και την κλινική πρακτική.
Από φροϋδική σκοπιά, το δάγκωμα και η εναλλαγή στοργής – επιθετικότητας αντανακλούν την αμφιθυμία του στοματικού σταδίου (Freud, 1905/2000). Από κλαϊνική σκοπιά, οι ίδιες πράξεις αποκαλύπτουν τη φαντασιακή επίθεση στο αντικείμενο, τη σύγκρουση μεταξύ καλού και κακού μαστού, και την ανάγκη επανόρθωσης όταν το αντικείμενο «επιβιώνει» της επιθετικότητας (Klein, 1946/1996).
Βιολογικό έναντι φαντασιακού πλαισίου
Ο Freud αντιμετώπισε την επιθετικότητα κυρίως μέσα από τη θεωρία των ενορμήσεων. Στο Beyond the Pleasure Principle (1920/2001) η εισαγωγή του ενστίκτου θανάτου σηματοδότησε μια ριζική στροφή: η καταστροφικότητα δεν είναι απλώς παράγωγο της λίμπιντο, αλλά αυτόνομη ψυχική δύναμη που αντιτίθεται στον Eros. Αυτή η θέση θεμελιώνει την επιθετικότητα σε ένα βιολογικό-ενστικτώδες υπόβαθρο, καθιστώντας την καθολικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης (Laplanche & Pontalis, 1973).
Η Klein, αντίθετα, εστίασε στον εσωτερικό κόσμο του βρέφους και στις φαντασιώσεις του. Για εκείνη, η επιθετικότητα δεν είναι απλώς εκφόρτιση ενστίκτων αλλά μέρος μιας ψυχικής σκηνής που οργανώνει τη σχέση με το αντικείμενο (Klein, 1946/1996). Το βρέφος δεν είναι μόνο δέκτης βιολογικών ενορμήσεων, αλλά ενεργός ψυχικός παράγοντας που επεξεργάζεται εμπειρίες μέσω προβολών, εσωτερίκευσης και άμυνας. Η μετάβαση από το βιολογικό στο φαντασιακό πλαίσιο αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη διαφοροποίηση ανάμεσα στους δύο θεωρητικούς.
Ο ρόλος του αντικειμένου
Για τον Freud, η μητέρα ή ο μαστός στο στοματικό στάδιο είναι πρωτίστως πηγή ικανοποίησης ενστικτωδών αναγκών. Το αντικείμενο παραμένει εξωτερικό, χωρίς να αποκτά πλήρη ψυχική υπόσταση. Αντίθετα, για την Klein το αντικείμενο εσωτερικεύεται και γίνεται μέρος του εσωτερικού κόσμου, φέρνοντας μαζί του όλες τις επενδύσεις αγάπης και μίσους. Αυτό σημαίνει ότι η επιθετικότητα στον Freud αφορά κυρίως τη σχέση μεταξύ Εγώ και ενορμήσεων, ενώ στην Klein αφορά τη σχέση με τα εσωτερικευμένα αντικείμενα.
Η κριτική εδώ είναι διπλή: η φροϋδική απλότητα προσφέρει καθαρότητα και καθολικότητα, αλλά υποτιμά την ψυχολογική πολυπλοκότητα των πρώιμων σχέσεων. Η κλαϊνική θεωρία αποδίδει βάθος στις πρώιμες εμπειρίες, αλλά ενδέχεται να προβάλλει στο βρέφος μια πολυπλοκότητα που ίσως δεν μπορεί να τεκμηριωθεί εμπειρικά (Spillius, 1988).
Αμφιθυμία ή φαντασιακή καταστροφή;
Η έννοια της αμφιθυμίας είναι καθοριστική στον Freud. Η επιθετικότητα είναι το αντίθετο της τρυφερότητας, και οι δύο αυτές τάσεις συνυπάρχουν σε κάθε σχέση. Αντίθετα, για την Klein, η πρώιμη επιθετικότητα παίρνει τη μορφή φαντασιακής καταστροφής του αντικειμένου. Αυτή η διαφοροποίηση έχει βαθύτατες επιπτώσεις. Αφενός ο Freud κατανοεί την επιθετικότητα ως ενστικτώδη δυαδικότητα που πρέπει να εξισορροπηθεί. Αφετέρου η Klein την αντιλαμβάνεται ως φαντασιακό γεγονός που απαιτεί επεξεργασία ενοχής και οδηγεί σε επανόρθωση.
Η κριτική ερώτηση είναι ποια ερμηνεία αποδίδει καλύτερα την κλινική πραγματικότητα. Η φροϋδική έννοια της αμφιθυμίας προσφέρει σαφήνεια και αναγνωρίζεται εύκολα στις ενήλικες σχέσεις. Η κλαϊνική έννοια της φαντασιακής καταστροφής μπορεί να φωτίσει πιο πολύπλοκα φαινόμενα, όπως το άγχος διάλυσης ή η μανιοκαταθλιπτική οργάνωση, αλλά είναι περισσότερο ερμηνευτική υπόθεση παρά άμεσα παρατηρήσιμο γεγονός.
Κλινικές συνέπειες
Στην κλινική πρακτική, οι διαφορές αυτές είναι εμφανείς. Ο Freud παρέχει ένα πλαίσιο για να κατανοηθεί η επανεμφάνιση πρώιμων συγκρούσεων στις ενήλικες σχέσεις μέσω παλινδρόμησης. Ένας αναλυόμενος που εκφράζει επιθετικότητα στον αναλυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως αναβίωση αμφιθυμικών τάσεων του στοματικού σταδίου. Η Klein, αντίθετα, προσφέρει εργαλεία για να κατανοηθούν οι προβολές και οι φαντασιώσεις που δομούν τη σχέση αναλυτή – αναλυόμενου. Στη θεραπεία παιδιών, η έμφαση στην επανόρθωση και στην ανθεκτικότητα του αντικειμένου καθίσταται ιδιαίτερα χρήσιμη (Segal, 1988).
Το φροϋδικό πλαίσιο, αν και θεμελιώδες, μπορεί να παραμείνει πολύ γενικό για να εξηγήσει την πολυπλοκότητα των παιδικών φαντασιώσεων. Αντίθετα, η κλαϊνική ερμηνεία μπορεί να προσφέρει βαθύτερη κατανόηση, αλλά κινδυνεύει να υπερφορτώσει την κλινική ανάγνωση με υποθέσεις που ίσως ξεπερνούν την πραγματική εμπειρία του παιδιού.
Ο ρόλος της μητέρας και η αντοχή του αντικειμένου
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο σύγκρισης είναι ο ρόλος της μητέρας. Στον Freud, η μητέρα αντέχει τις εκδηλώσεις αμφιθυμίας του παιδιού, επιτρέποντας την ανάπτυξη του Εγώ. Στην Klein, η μητέρα καλείται να «επιβιώσει» των φαντασιακών επιθέσεων, ώστε το παιδί να βιώσει ότι το καλό αντικείμενο δεν καταστράφηκε οριστικά. Η θεωρία της Klein αναδεικνύει έτσι την κεντρική σημασία της αντοχής του αντικειμένου, έννοια που αργότερα επεξεργάστηκε και ο Winnicott (1960/1996).
Η κριτική ανάλυση δείχνει ότι η φροϋδική θεώρηση εστιάζει κυρίως στο παιδί και στις ενορμητικές του συγκρούσεις, ενώ η κλαϊνική δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στη σχέση παιδιού – μητέρας ως δυναμικό αμοιβαίας επιρροής. Αυτή η μετατόπιση έχει εμπλουτίσει την ψυχαναλυτική κλινική, ιδίως στη θεραπεία παιδιών.
Συμπεράσματα
Η φροϋδική και η κλαϊνική θεώρηση δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενες αλλά αλληλοσυμπληρούμενες. Ο Freud προσφέρει το βασικό εννοιολογικό πλαίσιο, ενώ η Klein το εμβαθύνει και το διαφοροποιεί. Η ένταση μεταξύ των δύο θεωρήσεων μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά: ο αναλυτής καλείται να κινείται ανάμεσα στην καθολικότητα των ενστίκτων και στην ιδιαιτερότητα των εσωτερικών αντικειμενικών σχέσεων. Η κριτική σκέψη, επομένως, δεν έγκειται μόνο στην επιλογή ανάμεσα στις δύο θεωρίες, αλλά στην ικανότητα να τις συνδυάζουμε δημιουργικά, ανάλογα με τις ανάγκες του κλινικού πλαισίου.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Bick, E. (2002). Notes on infant observation in psycho-analytic training. International Journal of Psychoanalysis, 83(2), 287-289. (Original work published 1964)
Freud, S. (1905/2000). Three essays on the theory of sexuality. In J. Strachey (Ed. & Trans.), The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud (Vol. 7, pp. 125-245). Vintage.
Freud, S. (2000). Three essays on the theory of sexuality (J. Strachey, Trans.). Vintage. (Original work published 1905)
Freud, S. (1920/2001). Beyond the pleasure principle. In J. Strachey (Ed. & Trans.), The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud (Vol. 18, pp. 1-64). Vintage.
Freud, S. (2001). Beyond the pleasure principle. Vintage. (Original work published 1920)
Freud, S. (2001). Instincts and their vicissitudes (J. Strachey, Trans.). In J. Strachey (Ed.), The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud (Vol. 14, pp. 109–140). Vintage. (Original work published 1915)
Klein, M. (1935/1986). A contribution to the psychogenesis of manic-depressive states. In M. Klein, Love, guilt and reparation and other works 1921-1945 (pp. 262-289). Free Press.
Klein, M. (1986). A contribution to the psychogenesis of manic-depressive states. In M. Klein, Love, guilt and reparation and other works 1921–1945 (pp. 262 – 289). Free Press. (Original work published 1935)
Klein, M. (1946/1996). Notes on some schizoid mechanisms. In M. Klein, Envy and gratitude and other works 1946-1963 (pp. 1-24). Vintage.
Klein, M. (1996). Notes on some schizoid mechanisms. In M. Klein, Envy and gratitude and other works 1946-1963 (pp. 1-24). Vintage. (Original work published 1946)
Laplanche, J., & Pontalis, J.-B. (1973). The language of psycho-analysis (D. Nicholson-Smith, Trans.). Hogarth Press.
Papalia, D. E., & Martorell, G. (2021). Experience human development (15th ed.). McGraw-Hill.
Segal, H. (1988). Introduction to the work of Melanie Klein (Rev. ed.). Karnac.
Spillius, E. B. (1988). Melanie Klein today: Developments in theory and practice (Vol. 1). Routledge.
Winnicott, D. W. (1996). The theory of the parent-infant relationship. In D. W. Winnicott, The maturational processes and the facilitating environment (pp. 37–55). Karnac. (Original work published 1960)


